ΑΤΙΤΛΟ

Σεπτεμβρίου 11, 2009

Καλή χρονιά σε όλους τους μαθητές. Για μια ακόμη χρονιά, σας διαβεβαιώνω ως εκπαιδευτικός, λειτούργησαν όλα άψογα: Πολλοί από τους καθηγητές των δημόσιων σχολείων θα καλύψουν τις κενές θέσεις, και αν τελικά κληθούν ποτέ να τις καλύψουν, ο θεός ξέρει πότε! Μερικά από τα βιβλία του οργανισμού δεν έχουν φτάσει καν στα βιβλιοπωλεία για να τα προμηθευτούν έστω οι μαθητές των ιδιωτικών σχολείων, όσο για τα δημόσια δεν έχω ακόμη πληροφόρηση. Περιμένω με αγωνία τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ, περιμένω για μια ακόμη φορά να διαμορφώσω άποψη για τα σχολεία της χώρας που εμφανίζονται ισάξια του Χάρβαρντ, με υλικοτεχνική υποδομή ανάλογη του Γέιλ. Γιατί κανείς από εμάς δεν αντιδρά;γιατί αποδεχόμαστε τους ασπασμούς των πολιτικών που θηρεύουν ψήφους χαίδευοντας τα παιδιά μας; γιατί δεχόμαστε ότι για τις φωτιές ευθύνονται τα “ανάγωγα” πεύκα; γιατί αγοράζουμε εφημερίδες όχι με βάση την ιδεολογία μας (αν υπάρχει ακόμη) αλλά με κριτήριο το dvd που τις συνοδεύει; γιατί πηγαίνουμε ακομη στο γήπεδο; γιατί ενισχύουμε τους μπεστσελερίστες συγγραφείς; γιατί δουλεύουμε 8 ώρες για να εισπράξουμε 700 ευρώ; Κατέθεσα 7 ερωτήματα, πολυσυζητημένα, χιλιοειπωμένα, ξέρω ότι τα ερωτήματα εύκολα τίθενται αλλά δύσκολα απαντώνται. Περιμένω συμπλήρωση του ερωτηματολογίου και φιλοδοξώ σε από κοινού σχολιασμό

Tumba Libre

Σεπτεμβρίου 9, 2009

Διάβασα πρόσφατα ότι έφτασε πλέον η μεγάλη στιγμή για τους απανταχού παοκτσήδες. Ξέρω καλά ότι οι πιο μερακλήδες θα εξακολουθήσουν να προτιμούν την γνήσια μορφή του ποτού που τόσο αγάπησαν και ίσως γυρίσουν την πλάτη τους στη νέα εκδοχή, την συσκευασμένη. “Τούμπα Libre”, λοιπόν,  τώρα και σε μπουκάλι. Χαιρετίζω τη νέα κίνηση και αναμένω τις όποιες αντιδράσεις. Περιμένω την 20η Σεπτεμβρίου, μέρα κατά την οποία θα ανηφορήσω στην Τούμπα για να παρακολουθήσω το κυριακάτικο ντέρμπι. Θα σας ενημερώσω, ίσως και με οπτικό υλικό για τα τεκταινόμενα, σκέφτομαι να κάνω και τη σχετική δημοσκόπηση, ίσως μάλιστα οργανώσω και κανένα πρόχειρο ντιμπέιτ (μέρες πούναι!). Περιμένω με  μεγάλη αγωνία το επόμενο χτύπημα του “εμφιαλωμένου” μάρκετινγκ. Αναρωτιέμαι τι άλλο μπορούν να σκεφτούν. Κι αν στη περίπτωση του ποτού-φετίχ των παοκτσήδων φαντάζομαι πως ήταν εύκολο να εμφιαλώσεις ρετσίνα με κόκα-κόλα, αναλογίζομαι πως θα μπορούσε να παρασκευαστεί το επόμενο ποτό που θα υποκύπετει απόλυτα σε εμπορικές ανάγκες. Σκέφτομαι από τι άραγε θα μπορούσε να αποτελείται το κοκτέιλ “Κολωνάκι Libre” στην εμφιαλωμένη εκδοχή του: Από καραμέλωμένο ουίσκι εικοσαετούς παλάιωσης; από βότκα μαριναρισμένη ή μήπως από σαμπάνια ανάμεικτη με παστεριωμένο γάλα κακάο; Βέβαια στο Κολωνάκι θα διέφεραν τα συνοδευτικά: το “Τούμπα Libre” πίνεται αποκλειστικά σε γυράδικα, συνοδεία πιτόγυρου και πατάτας. Το ‘Κολωνάκι Libre” ίσως απαιτήσει καλοψημένο ρινόκερο συνοδευόμενο από αμελέτητα αντιλόπης.

ΤΣΙΜΕΝΤΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ

Αυγούστου 21, 2009

ΤΣΙΜΕΝΤΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ

            Παρακολουθώ έκπληκτος τη διαρκή, καθολική πλέον, οικοδομική επέκταση της πόλης. Δυσκολεύομαι να συλλάβω την ταχύτητα με την οποία συντελείται το έγκλημα που ξεκίνησε τη δεκαετία του 50’, και αφού παρουσίασε μια σχετική ύφεση, τα τελευταία χρόνια καλπάζει και πάλι. Μου προκαλεί πλέον αποτροπιασμό η θέαση της Θεσσαλονίκης από τις βυζαντινές της επάλξεις, θέα που έχει σύμμαχό της την ομίχλη που, ευτυχώς, καλύπτει την πόλη τις περισσότερες μέρες του χρόνου και δεν αφήνει να αποκαλυφθεί στον μέγιστο βαθμό το τεράστιο οικιστικό έγκλημα που έχει συντελεστεί.

            Παρακολουθώ έκπληκτος τις τηλεοπτικές συζητήσεις που αφορούν τους εφήβους και τις όποιες ιδιαιτερότητές τους. Οι  Έλληνες έφηβοι, υποστηρίζουν οι ειδήμονες, ξεπερνούν τα όρια του πανευρωπαϊκού δείκτη παχυσαρκίας, είναι ακοινώνητοι, δεν ασχολούνται με τον αθλητισμό και ξημεροβραδιάζονται μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή τους. Οι ειδικοί ψάχνουν ακόμη να βρουν την αιτία που εξηγεί το γεγονός ότι δεν ξεπηδούν πια με την ίδια ευκολία αθλητικά ταλέντα, ενώ δεν μπορούν να εξηγήσουν το γιατί μόνο η επαρχία τροφοδοτεί με προικισμένους αθλητές τις ελληνικές ομάδες (Μια πρόχειρη ματιά στις συνθέσεις των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου και μπάσκετ θα σας πείσει για την ορθότητα της παραπάνω άποψης).

            Παρακολουθώ όμως ακόμη πιο έκπληκτος την αδυναμία όλων αυτών των δήθεν ειδικών να συσχετίσουν άμεσα τα γεγονότα: τα παιδιά των μεγαλουπόλεων στερούνται πλέον κάθε έννοια ζωτικού χώρου, δεν τρέχουν, δεν αθλούνται, δεν κάνουν πια εύκολα φιλίες, και έτσι κάθε άλλο παρά εντύπωση πρέπει να μας προκαλεί πως είναι παχύσαρκα, ράθυμα, και κομπιουτερομανή. Τι περιμένουμε δηλαδή να αποκαταστήσουν τις μεταξύ τους μορφές επικοινωνίας στα ασανσέρ των κατασκευαστικών εκτρωμάτων που διαμένουν; Ή μήπως είναι σε θέση να στήσουν κανένα δίτερμα στις πυλωτές που περιβάλλουν τις γειτονιές τους; Πού να παίξουν λοιπόν αυτά τα παιδία, πού να τρέξουν, που να συνειδητοποιήσουν την ανεξαρτησία τους, αφού κάθε κομμάτι ελεύθερης γης οικοπεδοποιείται, αφού το εργολαβικό κέρδος υπερισχύει έναντι της κοινής λογικής αφού κυριαρχεί ολοκληρωτικά πλέον η ιδεολογία τσιμέντο να γίνει; Μόνο θλίψη μπορεί να νιώσει  κανείς, όταν περνά έξω από παιδότοπους στους οποίους οι γονείς, χωρίς να έχουν άλλη επιλογή, συρρέουν με τα παιδιά τους για να τους προσφέρουν μια επίπλαστη όαση χαράς μέσα στην καταθλιπτική καθημερινότητα και να μετριάσουν το αίσθημα ακινησίας που τα παιδιά βιώνουν.

            Η Θεσσαλονίκη δεινοπαθεί από τις παρανομίες. Ο διαμορφωμένος χώρος της πόλης σχηματοποιήθηκε, και δυστυχώς διαμορφώνεται ακόμη, με βάση συγκεκριμένους τύπους οικοδομής που προκύπτουν καθαρά από μια χρησιμοθηρική αντίληψη του χώρου. Η αντίληψη αυτή ισοπεδώνει κάθε έννοια σεβασμού στον άνθρωπο, νομιμοποιεί  αυθαίρετες κατασκευές, δε σέβεται την ιστορική φυσιογνωμία συγκεκριμένων περιοχών της πόλης και αλλοιώνει την υγιεινή του κοινωνικού συνόλου. Την ίδια στιγμή τα όποια σημαντικά έργα εκτελούνται συχνά ακυρώνονται κάτω από το βάρος των αυθαιρεσιών και της συνακόλουθης αδιαφορίας των κρατικών φορέων. Ακόμη και στις περιφερειακές περιοχές αρχίζει να αμφισβητείται η αυτονόητη επιλογή να μπορεί να κοιτά κανείς ανεμπόδιστα τον ουρανό, ενώ η άκρατη και χωρίς πρόγραμμα οικοπεδοποίηση επιφυλάσσει συνεχώς νέους κινδύνους: κακοτεχνίες, έλλειψη φωτισμού κατά τις νυχτερινές ώρες και δεκάδες άλλες παγίδες που κάνουν την καθημερινή  ζωή των πολιτών πολύ επικίνδυνη.

            Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν υπήρχε συγκεκριμένος πολεοδομικός σχεδιασμός, αν δεν έλειπαν τα πάρκα και οι εκτεταμένες εκτάσεις πρασίνου, σαν κι αυτές που συναντά κανείς σε κάθε ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. Σκεφτείτε την έκπληξη ενός τουρίστα που βρίσκεται στην Πλατεία Ελευθερίας: ενώ στο χάρτη της πόλης αναγράφεται η σχετική πλατεία, ο τουρίστας, όταν την επισκέπτεται, περιμένοντας να δει συντριβάνια, πράσινο, παγκάκια, ό,τι τέλος πάντων μπορεί να δει κανείς σε μια πλατεία, βλέπει μπροστά του ένα πάρκινγκ! Αν τύχει πάλι ο ίδιος τουρίστας να βολτάρει  Σάββατο βράδυ, ώρα κατά την οποία η έλλειψη θέσεων στάθμευσης είναι δεδομένη, στην Πλατεία Αριστοτέλους, θα διαπιστώσει πως το «οικιστικό κόσμημα» της μητρόπολης των Βαλκανίων, μετατρέπεται κι αυτό με τη σειρά του σε ένα απέραντο – πλην όμως ευρύχωρο και βολικό – παρκινγκ.  

            Ας σταματήσουμε να παραπονιόμαστε. Πιστεύω ακράδαντα ότι αν δεν μας άρεσε η κοινωνία στην οποία ζούμε, θα φροντίζαμε να την αλλάξουμε. Είμαστε ίσως βολεμένοι στην άποψη «επιτρεπτό είναι οτιδήποτε μας εξυπηρετεί». Ενώ δηλαδή καταδικάζουμε τα κακώς κείμενα, όταν θίγεται το δικό μας συμφέρον, δεν κάνουμε τίποτε για να μεταβάλλουμε την ιδιότυπη αυτή ελληνική πραγματικότητα.

            Θα σταματήσω εδώ, το επιβάλλει, άλλωστε και η περίσταση, μια και με το κείμενο αυτό επικοινωνούμε για πρώτη φορά μέσα από αυτή τη στήλη.       Θα νιώσω, ωστόσο, ιδιαίτερα ευτυχής αν κάποια στιγμή διαπιστώσω ότι είναι δυνατό να μπει όριο στην αυθαιρεσία, αν σταματήσουμε, επιτέλους, να είμαστε απλά θεατές της ζωής, αν κάποια στιγμή αποφασίσουμε να ξανα-ζήσουμε. Θα νιώσω ιδιαίτερα ευτυχής αν διατυπώσουμε νέες συλλογικές διεκδικήσεις, αν μάθουμε να διαχειριζόμαστε τον ελεύθερου χώρο, έχοντας πάντα ως δεδομένο την, σχεδόν μόνιμη, έλλειψη κοινωνικών παροχών. Αν δεν διευρυνθεί άμεσα η έννοια της δημόσια ωφέλειας,  αν δεν αξιώσουμε άμεσα μεγάλα δημόσια αστικά προγράμματα, αν δεν βάλουμε ένα φρένο στην χωρίς πρόγραμμα ταχύτατη επέκταση της πόλης, αν δεν επισπευσθούν οι έλεγχοι και αν δεν αναδιαρθωθεί, επιτέλους, η πόλη με βάση επιθυμητές και όχι τυχαίες κατευθύνσεις, αν όλα αυτά δεν πραγματοποιηθούν, θα δικαιώσουμε – πρώτη φορά θα είναι άλλωστε; – τον Γιώργο Ιωάννου που σε ένα από τα κείμενά του είχε προφητικά διατυπώσει ότι: «…τα καημένα τα παιδιά ζούνε στον χειρότερο των κόσμων, στον κόσμο τον δικό τους και των πατεράδων τους».

«Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει η αδράνεια; Το πολιτιστικό τοπίο της πόλης στις αρχές του 21ου αιώνα».

Οι πολιτισμικές επιδόσεις της Θεσσαλονίκης ήταν παλαιότερα (σήμερα, πάντως, φαίνεται να μην είναι) αντάξιες ενός μητροπολιτικού κέντρου της νοτιοανατολικής Ευρώπης η ισχύς του οποίου μάλιστα δεν περιοριζόταν μόνο στον άξονα της βαλκανικής χερσονήσου. Ο βαθμός αυτονομίας της πόλης ήταν, παραδοσιακά, ιδιαίτερα υψηλός, αφού οι περισσότεροι κάτοικοί της δεν είχαν την αίσθηση πως ζουν σε μια πόλη της περιφέρειας. Ένιωθαν πως εδώ ήταν το πραγματικό κέντρο, εδώ ήταν το χωνευτήρι που παρήγαγε συνεχώς νέα, εκρηκτικά κάποιες φορές, μείγματα. Η Θεσσαλονίκη παρείχε, μ’ άλλα λόγια, τις δημιουργικές δυνατότητες πολιτισμικής διαμόρφωσης, εξέλιξης και ωρίμανσης. Για παράδειγμα στη λογοτεχνία, για να περιοριστώ στο αντικείμενο που με αφορά περισσότερο, η παρουσία κορυφαίων πνευματικών δημιουργών, πολλοί βέβαια από τους οποίους έζησαν είτε μόνιμα είτε περιοδικά στην πρωτεύουσα, η κυκλοφορία αξιόλογων λογοτεχνικών περιοδικών και η διαρκής πνευματική κίνηση δημιούργησαν μια μακρά λογοτεχνική παράδοση.

Σήμερα ο πολιτισμός μοιάζει να αφορά μόνο ένα στενό κύκλο ανθρώπων οι περισσότεροι από τους οποίους ασχολούνται επαγγελματικά μ’ αυτόν. Μόνο η μειοψηφία, δυστυχώς, των πολιτών ενημερώνεται, αναζητά, και παρακολουθεί τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης. Τι αισθητικές, τι εμπειρίες μπορεί να απολαύσει ο μέσος πολίτης, όταν κινείται καθημερινά σε μια πόλη που υποβαθμίζει, ή πολλές φορές ακυρώνει, κάθε προσπάθεια δράσης με νέες παρεμβάσεις, που θα βοηθούσαν να αναδειχθεί το πολιτιστικό υπόβαθρο της Θεσσαλονίκης (π.χ. ανεξάρτητες και επιχορηγούμενες πολιτιστικές εκδηλώσεις, στους δρόμους, στις πλατείες και στα πάρκα της πόλης); Σήμερα ο πολιτισμός ταυτίζεται από πολλούς (και δεν αναφέρομαι μόνο, και αυτό το τονίζω, στη σημερινή δημοτική παράταξη) με ξεπερασμένες εκδηλώσεις ανάλογες της αισθητικής της καθιερωμένης πλέον «Γιορτής των αγγέλων». Ο πολιτισμός όμως στην πραγματικότητα πρέπει να ταυτίζεται με την αληθινή τέχνη και όχι με τα υποκατάστατά της, είναι έννοια συνώνυμη με την ανάπτυξη, την οικονομία, και την ευημερία κάθε πόλης. Ειδικά για τη Θεσσαλονίκη η πολιτισμική δραστηριότητα θα έπρεπε να ταυτίζεται με εκδηλώσεις που ταιριάζουν στο προφίλ μιας πόλης κοσμοπολίτικης, ανοιχτής στο νέο, πρωταγωνίστριας όχι μόνο στο δεσμευτικό βαλκανικό άξονα αλλά και στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα.

Σήμερα όμως δεν φαίνεται να υπάρχει ιδεολογική ζύμωση, δεν φαίνεται να υπάρχει τροφοδότηση και διεύρυνση  δραστηριοτήτων και συζητήσεων από συλλογικούς φορείς, θεσμικά όργανα αλλά ακόμη και από απλούς πολίτες. Το παράδοξο είναι ότι η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει ενδείξεις πολιτιστικής υστέρησης, παρά το ότι τα τελευταία χρόνια οι πολιτισμικές υποδομές της (κυρίως εξαιτίας του θεσμού της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας») αυξήθηκαν σημαντικά και η πολιτιστική παρέμβαση φάνηκε ότι θα γίνει ακόμη πιο αισθητή. Οι προβλέψεις, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκαν: Στα θεατρικά δρώμενα, αν και οι αίθουσες αυξήθηκαν, εξακολουθεί να υπάρχει η αίσθηση της έκτακτης και όχι της καθημερινής παρουσίας. Παρατηρεί, ασφαλώς, κανείς μια κινητικότητα, που, ωστόσο, δε συνοδεύεται από την απαιτούμενη πολυφωνικότητα και το ελκυστικότερο ρεπερτόριο. Ανάλογος προβληματισμός για ισχνή δημιουργική κίνηση επικρατεί και στις εικαστικές τέχνες, αν και θα περίμενε κανείς ότι το σκηνικό θα άλλαζε με την παρουσία της σχολής καλών τεχνών που λειτουργεί εδώ και αρκετά χρόνια πλέον στην πόλη. Στη λογοτεχνία δεν υπάρχει η συσπείρωση του παρελθόντος, ίσως γιατί, με εξαίρεση το Εντευκτήριο, απουσιάζουν τα έντυπα εκείνα που θα υποστηρίξουν και θα δημοσιεύσουν κείμενα που θα προκαλέσουν συζήτηση, πνευματική ζύμωση και γόνιμο προβληματισμό. Στον κινηματογράφο η κατάσταση είναι κάπως καλύτερη, κυρίως λόγω του ετήσιου Φεστιβάλ και των παράπλευρων εκδηλώσεών του.

Και είναι πραγματικά κρίμα για μια πόλη στους κόλπους της οποίας δραστηριοποιείται μια νεολαία ανήσυχη και δραστήρια η οποία, αν λάβει τα κατάλληλα ερεθίσματα, πιστεύω πως μπορεί να φρεσκάρει τα αλλοιωμένα κύτταρά της Θεσσαλονίκης, μπορεί να επιβάλλει τους  εναλλακτικούς τρόπους καλλιτεχνικής έκφρασης. Από τις δεκάδες πολιτιστικές εκδηλώσεις που διεξάγονται στην πόλη το «Φεστιβάλ Κινηματογράφου» κυρίως και η «Διεθνής Έκθεση Βιβλίου» δευτερευόντως δείχνουν να έχουν δυναμική (Για τη «Διεθνή Έκθεση Βιβλίου», όπως πληροφορούμαι, υπάρχει δυστυχώς η σκέψη να φιλοξενείται εναλλάξ από έτος σε έτος σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη). Το Κρατικό Θέατρο παλεύει, δίνει τη δική του μάχη για την πολιτιστική αναβάθμιση της πόλης, χωρίς όμως να καταφέρνει πάντα οι παραστάσεις του να επιχειρούν τις τομές του παρελθόντος.

Μεγάλο βάρος της ευθύνης βαραίνει αναμφισβήτητα τους διοικούντες την πόλης. Συμμέτοχοι όμως είναι και οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι οφείλουν να διαχειριστούν με μεγαλύτερο σεβασμό την πολιτιστική μνήμη της πόλης τους. Πώς να ξεχάσει κανείς ότι σ’ αυτή την πόλη πραγματώθηκαν ένα σωρό δημιουργικές στιγμές, δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Τζόις πρωτομεταφράστηκε εδώ, δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η τηλεόραση και το ραδιόφωνο εδώ απέκτησαν την πρώτη τους ολοκληρωμένη υπόσταση, δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η πόλη ήταν πρωτοπόρα σε δεκάδες άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες τις οποίες μόνο λόγω της έλλειψης χρόνου δεν μπορώ να μνημονεύσω.

Γνωρίζω καλά ότι η πόλη είναι σήμερα αλλιώτικη, γνωρίζω καλά ότι δεν υπάρχουν πλέον οι κινητήριες δυνάμεις για ανάπτυξη, πρωτοβουλία και δράση. Γνωρίζω όμως εξίσου καλά ότι ο αέρας της ιστορικής δυναμικής σιγά σιγά στερεύει. Η Θεσσαλονίκη, που είχε ίσως βολευτεί στον ανούσιο ευφημισμό της συμπρωτεύουσας πρέπει επιτέλους, κάποια στιγμή, να ξεφύγει από τη μοίρα της δεύτερης πόλης. Μια από τις πολλές λύσεις για την πολιτιστική τόνωσή της θα ήταν να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του «Φεστιβάλ Κινηματογράφου», που δεν περιορίζεται μόνο στη δεκαήμερη κορύφωση των εκδηλώσεων του, αλλά διοργανώνει διαρκώς και άλλες παράπλευρες, (Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους κ.α.) και έτσι η πόλη, λόγω του λεγόμενου φεστιβαλικού τουρισμού, επωφελείται ποικιλοτρόπως. Δεν είναι κρίμα για μια πόλη από την οποία αρχαιολογικοί χώροι τεράστιας ιστορικής αξίας (Βεργίνα, Δίον, Πέλλα) οι οποίοι απέχουν λιγότερο από μια ώρα, να μην εκμεταλλεύεται αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα της, τη στιγμή που άλλες πόλεις, τόσο στην Ευρώπη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, προσελκύουν εκατομμύρια τουρισμών αξιοποιώντας στο έπακρο πενιχρές πολιτιστικές υποδομές; Δεν είναι κρίμα για μια πόλη να μην εκμεταλλεύεται τουριστικά το πλούσιο πολυπολιτισμικό παρελθόν της (σκεφτείτε πόσοι Εβραίοι τουρίστες από όλο τον κόσμο επισκέπτονται την Πράγα σε ετήσια βάση, προκειμένου να επισκεφτούν την εβραϊκή συνοικία της). Όλες αυτές, και πολλές άλλες προτάσεις, θα μπορούσαν να συνδυαστούν με παράλληλες πρωτοβουλίες που θα προσέδιδαν ένα συγκεκριμένο στίγμα στην πόλη, π.χ. πόλη συνεδριακού τουρισμού, μια και σιγά σιγά τα τελευταία χρόνια η ξενοδοχειακή υποδομή, τόσο της Θεσσαλονίκης όσο και των γύρω περιοχών, βελτιώνεται ραγδαία. 

Αυτό είναι, λοιπόν το στοιχείο που λείπει από την Θεσσαλονίκη, το συγκεκριμένο πολιτιστικό, αλλά και οικονομικό στίγμα που θα της προσδώσει μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Αυτό το στοιχείο λείπει από την πόλη που ξεπέρασε την πληθυσμιακή συρρίκνωση της δεκαετίας του ’70 και του ’80 και ξαναέγινε πολυπολιτισμική με την ένταξη των χιλιάδων μεταναστών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Και πρέπει να κάνουμε κάτι άμεσα, γιατί  η ισχυρή επίδραση της μνήμης και η μυθική διάσταση των αστικών τοπίων της κρατά ακόμη, όπως είπαμε, σε κάποιο βαθμό, ζωντανό το δημιουργικό πολιτιστικό παρελθόν. Είναι όμως επιβεβλημένο καθήκον για όλους τους πολίτες της Θεσσαλονίκης να υποστηρίξουν με τη συμμετοχή τους τη δράση θεσμών που προσδίδουν στην πόλη μια πολιτιστική μοναδικότητα (Διεθνής Έκθεση, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Φεστιβάλ Κινηματογράφου, Διεθνής Έκθεση Βιβλίου κ.α.), να προβληματιστούν και  να επανακτήσουν τη συνείδηση της τοπικής αυτογνωσίας. Και όλα αυτά γιατί, όπως είπε ο  Γκοντάρ: «το πολιτιστικό είναι ο κανόνας». Η Τέχνη είναι η εξαίρεση, οι ενέργειες της τέχνης εκδηλώνονται πάντα μέσα σε ένα μέσο όρο παιδείας, που τελικά η τέχνη υπερβαίνει. Η  τέχνη όμως σήμερα δεν παράγει στη Θεσσαλονίκη συναίνεση αλλά ανούσια φασαρία, η τέχνη σήμερα φαίνεται να μην είναι το δημιουργικό ζιζάνιο που δε αφήνει τον κοινωνικό ύπνο να βασιλεύει.

 

 

 

 

 

 


1 Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Ημερίδα Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης

«Θεσσαλονίκη, Ιστορικές διαδρομές και προοπτικές για το μέλλον»

«…τα μαγικά σου βράδια νοσταλγώ»

             Η πόλη  που ενέπνευσε τον μέγιστο Βασίλη Τσιτσάνη, μια και στη Θεσσαλονίκη βίωσε τη δημιουργικότερη μουσικά περίοδό του, η πόλη που τροφοδότησε με υλικό τους μεγαλύτερους δεξιοτέχνες του ελληνικού πενταγράμμου, η πόλη που γέννησε τον εξαίσιο Διονύση Σαββόπουλο, τον μοναδικό Νίκο Παπάζογλου –που «στέγασε» στο «Αγροτικόν» του μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών– και τόσους άλλους μουσικούς δημιουργούς, εμφανίζεται σήμερα ολίγον άμουση.

           

Ευκαιριακά μουσικά δρώμενα

 

            Το γεγονός αυτό δε σημαίνει, ασφαλώς, ότι απουσιάζει οποιαδήποτε καλλιτεχνική ζύμωση. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι τα μουσικά δρώμενα της πόλης είναι σήμερα ευκαιριακά και σε καμιά περίπτωση δεν έχουν την ποιότητα που τα χαρακτήριζε στο παρελθόν. Ποιο συγκρότημα για παράδειγμα διέγραψε τα τελευταία 15 χρόνια πορεία ανάλογη μ’ αυτήν που ακολούθησαν οι «Τρύπες» στο πρόσφατο παρελθόν – για να μην αναφερθώ στη δεκαετία του ’60  και πιο συγκεκριμένα στους  «Ολύμπιανς» και στα δεκάδες θεσσαλονικιώτικα συγκροτήματα που μονοπωλούσαν το πανελλήνιο. Ας μην ξεχνάμε ακόμη πως και αρκετοί άλλοι μη Θεσσαλονικείς μουσικοί δημιουργοί, όπως ο Βαγγέλης Γερμανός και ο Παύλος Σιδηρόπουλος, στην πόλη αυτή ανδρώθηκαν, στην πόλη αυτή επιχείρησαν τους πρώτους σοβαρούς μουσικούς τους πειραματισμούς. Ποιοι τραγουδιστές και τραγουδοποιοί εν γένει (με μοναδική ίσως εξαίρεση το Μανώλη Φάμελλο) διέγραψαν τα τελευταία 15 χρόνια πορεία ανάλογη μ’ αυτήν του Σωκράτη Μαλάμα και της Μελίνας Κανά που έκαναν έντονη την παρουσία τους στις αρχές της δεκαετίας του ’90;

           

Οι χώροι

 

            Ποιοι χώροι-μουσικές σκηνές ανάλογοι με την ασυναγώνιστη ροκ-σκηνή «Staff», το «Μαντάτο» και το θρυλικό «Παρλαράμα» υπάρχουν στην πόλη σήμερα; Το «Malt n’ Jazz»  και η «Υδρόγειος» κρατούν αρκετά ψηλά τον πήχη της ποιότητας, ενώ ο «Μύλος», παρόλο που έχει χάσει αρκετή από την αίγλη του πρόσφατου παρελθόντος, αποτελεί την κυριότερη κοιτίδα μουσικού πολιτισμού στην πόλη. Οι υπόλοιπες μουσικές σκηνές όμως, δυστυχώς, δεν είναι ανάλογες μ’ αυτές που θα έπρεπε να έχει μια πόλη με το πληθυσμιακό μέγεθος της Θεσσαλονίκης.

            Αντίθετα άνθηση παρουσιάζουν οι παντός είδους μπουζουκερί, χώροι δηλαδή που φιλοξενούν εφήμερα σχήματα αμφιβόλου ποιότητας. Ο λουλουδοπόλεμος και η νοοτροπία της αισθητικά φτωχής και οικολογικά ολέθριας έντυπης ιπτάμενης χαρτοπετσέτας έχουν αντικαταστήσει προ πολλού τη δημιουργία και την αληθινή ψυχαγωγία. Έννοιες όπως ο σεβασμός στο ακουστικό αισθητήριο του θεατή-ακροατή φαίνεται πως έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

            Η νέα γενιά, αγκυλωμένη στις οθόνες των ασφυκτικά γεμάτων ιντερνετ-καφέ, που από καιρό έχουν κατακλύσει την πόλη, μοιάζει ανίκανη να αντιστρέψει το κλίμα. Μόνη παρηγοριά αποτελεί μια θλιβερή μειοψηφία προβληματισμένων παιδιών που, σε πείσμα των ριάλιτι και της λοιπής ντροπιαστικής τηλε-ιδεολογίας, επιμένει να προβληματίζεται, επιμένει να αντιδρά, επιμένει να δημιουργεί.

Συνελεύσεις σε παραθεριστικούς οικισμούς εν μέσω καλοκαιρινών εκπτώσεων

                                   Κάθε πότε θα κόβει ο κηπουρός το γκαζόν, απόγευμα ή βράδι; Μήπως ήρθε η ώρα να τον αντικαταστήσουμε γιατί παραπήρε αέρα, ο κηπουρός του διπλανού οικισμού  περιποιείται τον κήπο καλύτερα και παίρνει λιγότερα χρήματα. Τι ώρα θα ανάβουμε τα φώτα στον οικισμό, το σύστημα θα ενεργοποιείται αυτόματα, με χρονοδιακόπτη, και αν ναι πόσο πρόκειται να κοστίσει η εγκατάστασή του; Θα επιτραπεί να παρκάρουν μέσα στο χώρο του παρκινγκ τα αυτοκίνητά τους οι επισκέπτες του οικισμού και αν όχι που να τα βάζουν; Αυτά και πολλά άλλα είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που ταλανίζουν τους παραθεριστές μέσα στο κατακαλόκαιρο. Διαδοχικές συνελεύσεις επί συνελεύσεων, ανακοινώσεις που αναρτώνται η μια μετά από την άλλη και που αφορούν συνήθως την ώρα και τον τόπο διεξαγωγής της επόμενης συνάντησης καθώς και τα θέματα που πρόκειται να συζητηθούν. Ο πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής βρίσκεται σε εγρήγορση -τι τίτλος και αυτός, πρόεδρος επιτροπής παραθεριστικού συγκροτήματος- ο γραμματέας είναι έτοιμος να κρατήσει τα πρακτικά και ο ταμίας να ετοιμάζει τα μπλοκάκια για να εκδώσει τις πάσης φύσεως αποδείξεις δαπάνης. Τα θέματα που συνήθως συζητούνται είναι φλέγοντα και ακανθώδη: «Μήπως έφτασε η ώρα να απευθυνθούμε σε άλλον καθαριστή βόθρων, σαν να ακρίβυνε πολύ ο «Φαταούλας» ισχυρίζεται ο κάτοχος του παλαιότερου διαμερίσματος του οικισμού. Ο «Αχόρταγος» κλείνει τριετή συμβόλαια με πολύ καλύτερες τιμές, μετά από την τριετία, με τη βοήθεια του θεού, θα έχει τελειώσει και ο βιολογικός καθαρισμός, συνεχίζει με το κύρος του παλιού. «Εγώ προτείνω να βάλουμε κολωνάκια στα πεζοδρόμια για να εξασφαλίσουμε περισσότερες θέσεις πάρκινγκ, να γεμίσουμε όλα τα πεζοδρομία του τετραγώνου, μη μας προλάβουν αυτοί του γειτονικού οικισμού», φωνάζει ο γνωστός ως «γιατρός», πρώην πρόεδρος της επιτροπής, με ύφος χιλίων καρδιναλίων. «Εγώ θεωρώ σημαντικότερο πρόβλημα αυτό των σκουπιδιών, πρέπει  να αρπάξουμε τον κάδο απορριμμάτων του διπλανού οικισμού, εμείς, άλλωστε, έχουμε περισσότερα σκουπίδια», απαντά τσιρίζοντας μια κοτσονάτη εβδομηντάρα. «Μην ανησυχείτε θα φέρουμε και άλλους κάδους από Δευτέρα, ο πρόεδρος του χωριού είναι κολλητός μου», πετάγεται κάποιος μέσα στο γενικό χαμό.

            Τις περισσότερες φορές, πάντως, αποτέλεσμα δεν υπάρχει, η λύση των προβλημάτων μετατίθεται για την επόμενη συνεδρίαση, οι σχέσεις των ενοίκων δοκιμάζονται, φιλίες ετών κλονίζονται. Ευτυχέστεροι όλων μοιάζουν να είναι αυτοί που δεν ανακατεύονται σε τίποτα- άλλη ράτσα και αυτή- όσοι δηλαδή έχουν μάθει, άκοπα πάντα, μονάχα να απολαμβάνουν, όσοι προσποιούνται ότι ενδιαφέρονται, όσοι ρωτούν να μάθουν, με περισσή περιέργεια, τι τάχα αποφασίστηκε στην όποια συνάντηση και όλα τα σχετικά.

            Την ίδια ώρα όσοι απέμειναν στις μεγάλες πόλεις εξακολουθούν να ψωνίζουν εκμεταλλευόμενοι τις χαμηλές τιμές. Δεν υπάρχει, βέβαια ο ίδιος συνωστισμός με τις πρώτες μέρες, τότε που έξω από τα μεγάλα κυρίως καταστήματα είχαν σχηματιστεί μεγάλες ουρές, καθώς ο κοσμάκης περίμενε να δοθεί το σύνθημα  της έναρξης για αγορές σε πιο προσιτές(;) τιμές. Παρόλ’ αυτά κάποιοι καταναλωτές υποστηρίζουν ότι ακόμη και με 50% έκπτωση οι τιμές είναι τσιμπημένες. Πολλοί είναι, λοιπόν, αυτοί που περιορίζονται στο ρόλο του  μπανιστιρτζή, αυτού που σουλατσάρει ακούραστα πάνω κάτω στην Τσιμισκή, βλέπει τους άλλους να ψωνίζουν και χαίρεται μαζί τους. Οι έμποροι από την πλευρά τους ισχυρίζονται ότι κάνουν το ανθρωπίνως δυνατό, ρίχνουν όσο μπορούν χαμηλότερα τις τιμές των προϊόντων τους, αλλά η κίνηση,  πέρα από τις πρώτες μέρες, εξακολουθεί να είναι περιορισμένη «ένδειξη της οικονομικής στενότητας που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά», όπως θα έλεγε και ο εκφωνητής, κατά το ο ποιητής. Και είναι αλήθεια: πώς να πλησιάσει την επώνυμη τσάντα η μέση Ελληνίδα νοικοκυρά; Αρκείται στο να χαζεύει τη βιτρίνα. Πώς να προμηθευτεί κυριλέ μαγιό την ώρα που τα δάνεια τρέχουν. Βλέπω σταδιακά να γινόμαστε όλο και περισσότεροι οι μπανιστηρζήδες. Σε λίγο, όπως πηγαίνει το πράγμα, θα βγαίνουμε με ένα παγωτό από το ζαχαροπλαστείο και θα ξερογλείφονται οι γύρω μας λες και γευόμαστε χαβιάρι. Η εικόνα με κυρίες που κουβαλούν 3 και 4 σακούλες από επώνυμα και ακριβά καταστήματα αρχίζει σιγά σιγά να διαγράφεται από τη μνήμη μου, μια και ολοένα και συχνότερα βλέπω ανθρώπους να κυκλοφορούν στην αγορά για ώρες και να κρατούν μία μόνο σακούλα, πολύτιμο λάφυρο, καταπραϋντικό που προσπαθεί να απαλύνει τον πόνο της τραυματισμένης καταναλωτικής συνείδηση. Η απόγνωση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, όταν σκεφτεί κανείς ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, και κυρίως στην Αμερική, το κόστος αγοράς των περισσοτέρων, για να μην πω όλων, των καταναλωτικών προϊόντων είναι συχνά, συγκριτικά με τα ελληνικά δεδομένα, εξωφρενικά χαμηλό. Αν στην τραγική αυτή εικόνα προσθέσουμε το γεγονός ότι τα υπέρογκα έξοδα και ο πεσμένος τζίρος έχουν σημάνει το οριστικό κλείσιμο δεκάδων μικρο-επιχειρήσεων, συνοικιακών και κεντρικών, το μόνο που απομένει είναι να διερωτώμαστε πώς θα αντιμετωπίσουν την κρίση ακόμη και τα πολυκαταστήματα που είναι σε θέση, με συγχωνεύσεις και οικονομικούς ελιγμούς, να σηκώσουν το βάρος των μεγάλων προσφορών οι οποίες είναι πάντα ελκυστικές για τον οποιοδήποτε καταναλωτή.

Σήμα κινδύνου

Αυγούστου 21, 2009

Σήμα κινδύνου

Ο Νίκος Καββαδίας επέμενε πως της «Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι» και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης  συνιστούσε «…προκειμένου περί Θεσσαλονίκης, η είσοδος του κόσμου να γίνεται από τη θάλασσα…». Ωστόσο, όπως και να το κάνουμε, τις περισσότερες φορές είμαστε αναγκασμένοι να περιοριζόμαστε στις από στεριάς προσεγγίσεις της πόλης. Σίγουρα οι προσβάσεις αυτές δεν είναι και πολύ γοητευτικές τόσο για εμάς, τους μόνιμους κατοίκους της πόλης, όσο και για τους προσωρινούς επισκέπτες της. Κι αυτό γιατί η νέα -ήδη πάντως αρχίζει να παλιώνει- δυτική είσοδος της πόλης δεν πέτυχε, παρά τον οικοδομικό οργασμό και τον επικείμενο εκσυγχρονισμό της, να εξωραϊσει την εικόνα της περιοχής, ενώ και οι ανατολικές είσοδοί, τόσο η Λεωφόρος Γεωργικής Σχολής όσο και η προέκταση του οδικού άξονα της Χαλκιδικής, παρά την διαρκή εμπορική αναβάθμισή τους, δεν κατάφεραν ποτέ να καλύψουν τον απρόσωπο χαρακτήρα τους.

            Και στις τέσσερις κύριες, προσθέτω και την είσοδο  από την Πλατεία Βαρδαρίου, οδικές προσεγγίσεις της Θεσσαλονίκης δεν υπάρχει επαρκής σήμανση η οποία θα διευκολύνει τον επίδοξο επισκέπτη να φτάσει γρηγορότερα και ασφαλέστερα στον πιθανό προορισμό του. Σε ποια άλλη πόλη του κόσμου οι επιλογές του ταξιδιώτη, που καταφτάνει από την εθνική οδό της χώρας, είναι τόσο περιορισμένες; Πού αλλού, πέρα από την υπόδειξη για την ταχύτερη πρόσβαση στο κέντρο της πόλης, ο οδηγός έχει να επιλέξει συνηθέστερα ανάμεσα σε δύο, το πολύ πολύ σε τρεις, διαφορετικές κατευθύνσεις, που όλες λίγο πολύ συγκλίνουν, δηλαδή ανάμεσα στη Χαλκιδική, στην Καλαμαριά και στο αεροδρόμιο; Η πιθανότητα μετάβασης σε κάποια από τις πολλές δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης άφησε μάλλον παγερά αδιάφορους τους υπεύθυνους, που περιορίστηκαν σε μια δειγματοληπτική επιλογή ορισμένων μόνο συνοικιών. Αν θέλεις, λοιπόν, αγαπητέ ταξιδιώτη, να επισκεφτείς κάποιον φίλο σου που μένει κοντά στη Νέα Ευκαρπία, τότε πρέπει να το ξανασκεφτείς. Αν έχεις επαγγελματικές υποχρεώσεις στο Κορδελιό, τότε καλύτερα να έχεις μαζί σου GPS. Για Πολίχνη, Μετέωρα και Ωραιόκαστρο ούτε λόγος. Αν ψάχνεις κάτι στο Ασβεστοχώρι, στο Φίλυρο, ή στα Πεύκα, τότε απευθύνσου στη Νικολούλη, μόνο αυτή μπορεί να σε βοηθήσει. Αν πάλι θέλεις να πας πιο ανατολικά, προς την Τούμπα ή προς Χαριλάου, αναζήτησε εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης. Αν έχεις ακούσει και θέλεις να γευτείς οπωσδήποτε τρίγωνα Πανοράματος, τότε ίσως μείνεις μόνο με την όρεξη.

            Φαίνεται τελικά ότι αγγίζει τα όρια του παραλογισμού η απαίτηση ενός τουρίστα, που καταφτάνει για παράδειγμα από την Αθήνα, να αναζητήσει άμεσα, έστω και ως πυξίδα προσανατολισμού του, το Λευκό Πύργο, το σύμβολο της πόλης. Χρήζει ιατρικής παρακολούθησης όποιος έχει την ψευδαίσθηση ότι εισερχόμενος στη Θεσσαλονίκη θα ήθελε να γνωρίζει πού βρίσκονται, έστω και κατά προσέγγιση, τα δύο μεγάλα της μουσεία, το Αρχαιολογικό και το Βυζαντινό. Με δεδομένη, πάντως, την ανεπαρκή σήμανση οι ανυποψίαστοι ταξιδιώτες αναγκάζονται να διασχίσουν, χωρίς να έχουν άλλη επιλογή, το ήδη επιβαρυμένο κυκλοφοριακά κέντρο της Θεσσαλονίκης, με την ελπίδα-που παραμένει μάταιη- ότι θα συναντήσουν τουλάχιστον εκεί επαρκέστερες κατευθύνσεις. 

            Ανάλογη δοκιμασία θα υποστούν βέβαια και όσοι επιλέξουν να προσεγγίσουν την πόλη και από την ιστορική παραβαρδάρια είσοδό της. Εδώ η κατάσταση είναι, τουλάχιστον, κάπως καλύτερη, υπάρχει μάλιστα εντυπωσιακά κατατοπιστική σήμανση για τα νοσηλευτικά ιδρύματα της πόλης. Ωστόσο, αγαπητέ ταξιδιώτη, μην έχεις υπερβολικές αξιώσεις! Πρώτα πρώτα πρέπει να καταφέρεις να διακρίνεις, μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων που συνήθως καλύπτουν τις αισθητικά άρτιες πλην όμως δύσκολα ορατές πινακίδες, τους προσφιλείς σου προορισμούς. Βέβαια μην επιζητήσεις ταχύτατες προσβάσεις προς την αρχαία αγορά και το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, για να περιοριστώ σε δύο τυχαία παραδείγματα που καταδεικνύουν τη σαφέστατη έλλειψη επαρκούς σήμανσης. Τι σούρθε ξαφνικά και θέλεις να δεις από κοντά την Καμάρα, τη Ροτόντα και το Γαλεριανό συγκρότημα, τους βασικούς μνημοδόχους άξονες της Θεσσαλονίκης;

            Θα περίμενε ίσως κανείς ότι η σήμανση θα ήταν επαρκέστερη για τον επισκέπτη που κατευθύνεται στην πόλη από τα ανατολικά, είτε από Αεροδρόμιο, είτε από την Χαλκιδική, τον κατεξοχήν κοντινό τουριστικό προορισμό της. Όσοι τουρίστες θέλουν να δουν από κοντά τα τείχη της πόλης, όσοι έχουν διαβάσει δυο γραμμές για το ένδοξο παρελθόν της Βυζαντινής Συμβασιλεύουσας, και επιθυμούν, οι δύστυχοι, να επισκεφτούν κάποια από τις ιστορικές βυζαντινές εκκλησίες της, απαραίτητο είναι να έχουν επιδοθεί, πριν ακόμη πλησιάσουν στα γεωγραφικά όρια της Θεσσαλονίκης, σε επαρκή μελέτη προσέγγισης της ανοχύρωτης από σήμανση πόλης. Τα προσχήματα φαίνεται πως σώζει η ικανοποιητική σήμανση που υπάρχει στην περιφερειακή οδό η οποία στέφει περιμετρικά την πόλη. Εκεί, πράγματι, αν και χρειάζεται ασφάλεια ζωής για να θεωρήσει κανείς ότι δεν κινδυνεύει κυκλοφορώντας, ιδίως τις ώρες αιχμής, οι οδικές επισημάνσεις είναι αρκετά επαρκείς και μπορούν να κατατοπίσουν σε ικανοποιητικό βαθμό τον επίδοξο επισκέπτη.

            Και να σκεφτεί κανείς ότι το συγκριτικό κριτήριο δεν είναι σε καμιά περίπτωση οι μεγάλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις-εκεί υπάρχει ειδική σήμανση και για τους πεζούς η οποία κατευθύνει επαρκέστατα τον διαβάτη της πόλης σε κάθε του βήμα. Σκεφτείτε, πάντως, πόσο θα διευκόλυνε την καθημερινότητα ενός επισκέπτη ένα υποτυπώδες, χαμηλού κόστους, πλην όμως οργανωμένο, σύστημα σήμανσης που θα τον κατατόπιζε προκειμένου να εντοπίσει ευκολότερα, εκτός από τα προαναφερθέντα σημεία αναφοράς της Θεσσαλονίκης, την Πλατεία Αριστοτέλους, την Αγία Σοφία, την Πλατεία Ναυαρίνου, τα Λαδάδικα, την Άνω Πόλη, την Αγορά Μοδιάνο και τους υπόλοιπους δημοφιλείς της  προορισμούς.

            Εύχομαι μόνο, εκπέμποντας το σχετικό σήμα κινδύνου, να μη χρειαστεί να περιμένουμε μέχρι το 2012, χρονιά που θα γιορτάσουμε τα 100 χρόνια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, με δεδομένο ότι τα προηγούμενα «λίφτινγκ» της πόλης επιχειρήθηκαν με την ευκαιρία ανάλογων αφορμών («Θεσσαλονίκη-Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» (1997) , «2300 χρόνια από την ίδρυση της πόλης» (1985).

«Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα»  

Σφίγγω το χέρι του νονού, πάντα άξιος του εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου, και ας μην τον γνωρίζω προσωπικά. «Ernest Hebrard» café, παλιά παραλία, στο ύψος της Πλατείας Αριστοτέλους. Και συγχαίρω το νονό του μαγαζιού, γιατί, σε πείσμα των καιρών, Ερνέστ, επέλεξε να σε τιμήσει, έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, -αμφιβάλλω, παρόλο που πολλοί θα διαφωνήσουν, αν σε τιμά περισσότερο ο στενός δρόμος που φέρει το όνομά σου κοντά στην Πλατεία Εμπορίου. Συγχαίρω το νονό που τιμά εσένα, τον μεγάλο Γάλλο αρχιτέκτονα, που – στο βαθμό που εφαρμόστηκαν οι πρωτοποριακές προτάσεις του, δηλαδή ελάχιστα- φιλοδόξησε να αλλάξει την εικόνα της Θεσσαλονίκης μετά από την μεγάλη πυρκαγιά που την έπληξε το 1917. Τον συγχαίρω, τέλος, γιατί πιστεύω πως πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσουμε να προβάλλουμε τα αυτονόητα, αυτά που δυστυχώς δεν υλοποιούνται, γιατί θεωρώ πως πρέπει να καλλιεργήσουμε -επιτέλους- τη συνείδηση της ίδιας μας της πόλης, όχι μόνο για λόγους τοπικής  αυτογνωσίας. Διαφορετικά, Ερνέστ, θα περιμένουμε παθητικά, και βέβαια θα συγχαρούμε όταν έρθει αυτή η ώρα, και τον επόμενο ευρηματικό επιχειρηματία που θα επενδύσει στο όνειρο ανοίγοντας το «Ουζερί Τσιτσάνης» στην οδό Παύλου Μελά, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να λειτουργεί από καιρό μουσείο Βασίλη Τσιτσάνη, μια και από το μικρό ουζερί της Παύλου Μελά η μουσική αυτή ιδιοφυία κοινώνησε σε χρόνια δύσκολα το ρεμπέτικο τραγούδι.

Γιατί όχι λοιπόν Ερνέστ; Μπορεί να έγινε με εσένα η αρχή και πού ξέρεις; Για φαντάσου: Αίθουσα τέχνης «Βιταλιάνο Ποζέλι» πίσω από το κτίριο της Νομαρχίας, για να τιμηθεί ο μεγάλος Ιταλός αρχιτέκτονας που άφησε γερό αποτύπωμα στην αρχιτεκτονική εικόνα της Θεσσαλονίκης των αρχών του εικοστού αιώνα. Γιατί όχι και «Αριγκόνι» καφέ, κοντά στη Βίλα Μπιάνκα, προς τιμή του Πιέρο Αριγκόνι, του επίσης Ιταλού αρχιτέκτονα που άφησε το στίγμα του την ίδια πάνω κάτω περίοδο με τον Ποζέλι. Και στο κάτω κάτω, Ερνέστ, δεν κατάλαβα ποτέ τη λογική ορισμένων καταστηματαρχών που εμμένουν είτε στις σταθερές, πλην όμως ξεπερασμένες, πρακτικές ονοματοθεσίας των καταστημάτων τους: «Άνεμος», «Θάλασσα», «Ουρανός», «Η καλή παρέα» ή υιοθετούν παντός τύπου κιτσάτες ξενόγλωσσες επιλογές. Ίσως βέβαια αυτοί  να ξέρουν κάτι παραπάνω από τους αστοιχείωτους βερολινέζους που έχουν βαφτίσει μια από τις μεγαλύτερες αλυσίδες καφέ του Βερολίνου «Einstein café», ή τους απαίδευτους Τσέχους που υμνούν τον Κάφκα δίνοντας το όνομά του σε πάσης φύσεως καταστήματα, χωρίς αυτό, βέβαια, να σημαίνει ότι η πόλη αλλά και το κράτος δεν επιτελούν στο ακέραιο το καθήκον τους με το να τιμούν ποικιλοτρόπως τους όποιους μεγάλους.

Ξέρω, Ερνέστ, ότι θα μου αντιτάξεις πως αυτός δεν είναι σίγουρα ο ενδεδειγμένος τρόπος για να καταλάβουν, να εκτιμήσουν και να αντιληφθούν  οι νεώτεροι τη σημασία της μνήμης που συγκροτεί την ταυτότητα μιας πόλης και παρέχει ένα πλαίσιο για τη σκέψη και τη δράση των πολιτών της. Σκέψου όμως πόσοι νέοι αλλά και μεγαλύτεροι θα ρωτήσουν, πίνοντας τον καφέ τους στο μαγαζί που πλέον φέρει το όνομά σου, ποιος τελοσπάντων είσαι και τι πρόσφερες σε αυτήν εδώ την πόλη. Βέβαια, Ερνέστ, θα υπάρξουν και κάποιοι, και δε θέλω να πικραθείς γι’ αυτό, που, βλέποντας την επωνυμία του καταστήματος, θα θεωρήσουν ότι ίσως είσαι και εσύ ένας από τους ξακουστούς σχεδιαστές και έχεις το δικό σου φημισμένο οίκο μόδας. Είναι το όνομα σου βλέπεις, Ερνέστ, τέτοιο που μπορεί να τους παρασύρει.

Δε θα μπορούσε, φερ’ ειπείν, να συμβεί το ίδιο με τον Γιώργο Ιωάννου, τον Μίνο Βολανάκη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη ή και τον Αβραάμ Μπεναρόγια ακόμη, ιερά τέρατα που η πόλη δεν τίμησε ακόμη δίνοντας το όνομά τους σε μια -μικρή έστω- πλατεία ή σε κάποιον στενό δρόμο. Και μην αναρωτιέσαι, Ερνεστ, γιατί επισημαίνω τα ονόματα αυτών, παραλείποντας, βέβαια, δεκάδες άλλες σημαίνουσες φυσιογνωμίες της πόλης που ταυτίστηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, με τον αστικό χώρο της Θεσσαλονίκης, μην αναρωτιέσαι γιατί προσπαθώ να καταδείξω την αξία της συλλογικής μνήμης. Το κάνω γιατί κουράστηκα, όπως και πολλοί άλλοι συμπολίτες μου, να θέτω διαρκώς νέες ερωτήσεις, χωρίς δυστυχώς να παίρνω επαρκείς απαντήσεις, γιατί κουράστηκα να αρκούμαι παθητικά σε κάθε είδους ψευδαίσθηση, γιατί, Ερνεστ, κουράστηκα να διεκδικώ πια το αυτονόητο και να προσπαθώ, με κάθε τρόπο, να περιφρουρήσω την ελάχιστη ποιότητα ζωής που μου έχει απομείνει.

Η Θεσσαλονίκη που οραματίστηκες, Ερνεστ Εμπραρ, βρίσκεται σε χρόνια αναμονή, περιμένει να σημειωθεί  μια εκτεταμένη αισθητική επέμβαση, ανάλογη με αυτήν που επιχειρήθηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Όλα αυτά, βέβαια, μοιάζουν ουτοπικά για μια πόλη που δεν δίστασε να  αφιερώσει βορά στις εξατμίσεις και στα μαρσαρίσματα την πολλαπλά ιστορική πλατεία Ελευθερίας, για μια πόλη που δεν αξιοποίησε- ακόμη- την πλατεία Διοικητηρίου, για μια πόλη που αλλοίωσε τη φυσιογνωμία ιστορικά στιγματισμένων περιοχών-τρανταχτό παράδειγμα τα Λαδάδικα. Η επαλληλία σχέσεων τόπου και ιστορίας μοιάζουν εδώ, Ερνεστ, με κενό γράμμα. Εδώ δεν είναι πολλοί αυτοί που διεκδικούν περισσότερους δημόσιους χώρους, μυστικές -έστω- γωνιές πρασίνου. Είναι, αντίθετα, περισσότεροι αυτοί που επιζητούν αναπαυτικότερα καθίσματα, μεγαλύτερα τραπεζάκια, ολοκληρωτική κατάληψη των πεζοδρόμων, είναι περισσότεροι αυτοί που δεν αντιδρούν στις διαρκείς- και χρόνιες- ασέλγειες που διαπράττονται και καταπατούν κάθε έννοια της κοινής αισθητικής, είναι περισσότεροι αυτοί που με τη δράση τους με κάνουν, πίνοντας το ουίσκι μου «στο δικό σου» μαγαζί, να σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα.

Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;

            Συζητώ με τους μαθητές μου, ιδιαίτερα μ’ αυτούς που διεκδικούν φέτος μια θέση στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, με τα παιδιά  που ψάχνουν να βρουν το δρόμο τους. Με παιδία που δεν έχουν καμία σχέση με τις υπερβολές που παρουσιάζουν τα παντός είδους μέσα ενημέρωσης, τα οποία αναπαράγουν φλύαρα τις φυσιολογικές, στο κάτω κάτω, έριδες της εφηβείας, προβάλλοντας εικόνες πολεμικού μετώπου με τους trendy να επιτίθενται και τους emo να αμύνονται. Συζητώ με τα παιδιά που είναι προβληματισμένα και αναζητούν ερείσματα.

Πώς μπορείς όμως στ’ αλήθεια να μετριάσεις τον προβληματισμό τους; Μπορείς να πεις στους ίδιους τους μαθητές σου ότι, κατά πως φαίνεται, για να κατοχυρώσουν μια αξιοπρεπή σύνταξη πρέπει να αρχίσουν να κολλάνε από τώρα σιγά σιγά τα ένσημά τους; Για ποια ποιότητα ζωής να τους μιλήσεις όταν, έτσι όπως πηγαίνει το πράγμα, το μόνο πράσινο που θα βλέπουν σε λίγα χρόνια θα είναι το γκαζόν των ποδοσφαιρικών γηπέδων; Ευτυχώς όμως που η ίδια η κοινωνία θέτει τα παιδιά που και που προ των ευθυνών τους, ζητά δηλαδή να πάρουν θέση σχετικά με γεγονότα που προβάλλονται σαν να αποτελούν μείζονα εθνικά ζητήματα υψίστης σημασίας, όπως το ποιος τελικά θα σηκώσει το βάρος της εθνικής μας εκπροσώπησης στη φετινή EUROVISION!

Πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι η γενιά του Facebook και του Msn ψάχνει το μπούσουλά της. Ερωτεύεται, ευτυχώς όχι μόνο μέσω ίντερνετ, και αρχίζει να προβληματίζεται ιδιαίτερα για το γεγονός ότι η ιδιωτική της ζωή άλλες φορές υποκλέπτεται και αρχειοθετείται και άλλες  γίνεται πληροφορία, ενίοτε και θέαμα. Τι νομίζουμε δηλαδή; Ότι τα περισσότερα παιδιά εισπράττουν την αίσθηση της  πραγματικότητας μόνο μέσα από την οθόνη του γκέιμ μπόι τους; Έχουμε ακόμη την ψευδαίσθηση ότι τα παιδιά δεν έχουν ήδη καταλάβει πως συσσωρεύουν γνώσεις που δεν προσφέρουν πάντα αντίκρισμα; Ή μήπως πιστεύουμε ότι δεν γνωρίζουν τάχα πως, παρά τις πολύχρονες και εξαντλητικές προσπάθειες που καταβάλλουν, δεν εξαλείφουν τις πιθανότητές τους να τα τσαλακώσει τελικά η ανεργία; Πλανόμαστε αν νομίζουμε ότι τα παιδιά ηδονίζονται στην ιδέα πως θα διαδεχτούν πολύ σύντομα τη γενιά των 700 ευρώ (τι χαρακτηρισμός και αυτός!), τη γενιά δηλαδή που δεν μπορεί να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά, δεν είναι σε θέση να απογαλακτιστεί έγκαιρα από την πατρική οικογενειακή στέγη, τη γενιά που δεν είναι σε θέση να ονειρευτεί, δεν είναι σε θέση τελικά να ζήσει.

Με παρηγορεί βέβαια ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είναι λίγοι οι γονείς που, ευτυχώς, επιλέγουν και ενθαρρύνουν συνειδητά τα παιδιά τους να εκτεθούν σε κοινή θέα. Αγαλλιάζω όταν σκέφτομαι ότι αυξάνονται διαρκώς οι γονείς οι οποίοι αγωνιούν να γνωστοποιήσουν, με κάθε τρόπο, τα ταλέντα και τις ιδέες των παιδιών τους, γονείς που, εκθέτοντας τα ίδια τους τα παιδιά σε τηλεοπτικές γελοιότητες, πασχίζουν με κάθε τρόπο να γίνουν τελικά οι ίδιοι θεατές του εαυτού τους. Και τα παιδία; Ακολουθούν, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα, επιδιώκοντας να ξεφύγουν από τη μοναχική τους καθημερινότητα και να βιώσουν τον φαντασμαγορικό χώρο, όπου ο κάθε ανώνυμος γίνεται, ξαφνικά, και χωρίς λόγο, επώνυμος.

Την ευθύνη πρέπει να την αναζητήσουμε γύρω μας. Εμείς, συχνά άθελά μας, δεν θεοποιούμε στα μάτια των παιδιών μας όσους ασπάζονται τη λογική της μίζας; Εμείς δεν τα μάθαμε να σκοτώνουν τον αντίπαλο οπαδό, επειδή  κοίταξε στραβά ή γιατί φοράει το κασκόλ μιας άλλης ομάδας; Εμείς δεν είμαστε αυτοί που, συνειδητά ή ασυνείδητα, αποθεώνουμε την γκλαμουριά και προετοιμάζουμε τα παιδία μας να σταθούν στα πόδια τους σε μια κοινωνία που πρωταρχική αξία έχουν μόνο οι υψηλές γνωριμίες; Εμείς δεν αναπαράγουμε τη λογική της κλειδαρότρυπας και του κουτσομπολιού, με την οποία μας έχουν μπουχτίσει τα κάθε είδους μέσα; Εμείς, πρώτοι απ’ όλους δεν αναγάγουμε σε τηλεινδάλματα τους λογής λογής τηλεσωτήρες;            

Δεν ξέρω αν πρέπει να προσθέσω κάτι άλλο, δεν ξέρω  αν επιβάλλεται να υπενθυμίσω πως η ψυχραιμία είναι και σ’ αυτήν την περίπτωση ο καλύτερος σύμβουλος. Θα προτείνω μόνο να αφήσουμε, τουλάχιστον, τη δυνατότητα στα παιδιά να μείνουν μόνα με τη φαντασία τους, να πορευτούν το δρόμο που θα επιλέξουν μακριά από κάθε είδους επίδοξη σειρήνα. Και όλα αυτά γιατί από  τα ίδια αυτά παιδιά απαιτούμε, τη στιγμή που τα έχουμε αναθρέψει με τις αξίες της κονόμας και της, με κάθε μέσο, υλικής επίδειξης, να διαπρέψουν, να καταξιωθούν επιστημονικά και να γίνουν τελικά καλοί άνθρωποι! Γιατί αυτά τα παιδιά θα κληθούν αύριο μεθαύριο να λύσουν τα σημαντικά προβλήματα της χώρας, από αυτά τα παιδιά θα ζητήσουμε να  δώσουν λύσεις στα προβλήματα που εμείς τους κληροδοτήσαμε. Άλλωστε, ο πάντα επίκαιρος και προφητικός Διονύσης Σαββόπουλος το είχε γράψει από καιρό, για τα παιδιά περασμένων εποχών, που δοκιμάστηκαν και στερήθηκαν, για παιδιά τα οποία, αν και τα ρήμαξε η απενταρία, δεν κάμθηκαν και κέρδισαν την  κοινωνική καταξίωση, κατάφεραν να κάνουν το ανέφικτο εφικτό και να βρουν τελικά το δρόμο τους. Πρέπει τελικά να συνειδητοποιήσουμε «πως δεν μπορούμε να κρυφτούμε απ’ τα παιδιά γιατί αυτά τα ξέρουν όλα».

Παιδιά μην παίζετε, τρέχουν οδηγοί

Ασφυκτικό πρεσάρισμα στον δύσμοιρο οδηγό που προπορεύεται, υπερβολική ταχύτητα, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δρόμου, αδημονία για εκρηκτική προσπέραση κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αδιαφορώντας αν από το απέναντι ρεύμα κυκλοφορίας πλησιάζει άλλο αυτοκίνητο, εξατμίσεις που θορυβούν υπερβολικά, εκτυφλωτικά φώτα, ρυθμισμένα συνήθως πέρα από το επιτρεπόμενο όριο. Και πού να τολμήσει κανείς να αντιδράσει; Πώς να βρει το σθένος να μην παραμερίσει, ώστε να προσπεράσουν όλοι αυτοί οι επίδοξοι ραλίστες;

            Πρόκειται για τους ίδιους -ασυνείδητους κατά το ρεπορτάζ- οδηγούς που, όταν κινούνται μέσα στην πόλη, αλλάζουν διαρκώς λωρίδες, προκειμένου να φτάσουν γρηγορότερα στον προορισμό τους. Πρόκειται για εκείνους που σταθμεύουν το αυτοκίνητο ή τη μηχανή τους σε όποιο μέρος θελήσουν και ό,τι ώρα γουστάρουν, αυτούς που δεν σέβονται την αδυναμία του συνανθρώπου τους να στρίψει τόσο γρήγορα όσο μπορούν ίσως εκείνοι να πράξουν, όσους θεωρούν πως όλοι οι άνθρωποι -ανεξαρτήτου ηλικίας και ατομικών ιδιοτήτων- μπορούν να παρκάρουν με την ίδια άνεση. Πρόκειται, τέλος, για τους ίδιους που κορνάρουν με το παραμικρό, βρίζουν χυδαία, επιδεικνύοντας έναν πρωτόγνωρο τσαμπουκά, τον οποίο -δυστυχώς- αρχίζουμε πλέον και συνηθίζουμε.

Έτσι, ολοένα και συχνότερα, υπό των φόβο όλων αυτών των φαντασιόπληκτων οδηγών της φόρμουλα 1, βλέπουμε ηλικιωμένους κυρίους να διασχίζουν, με προτεταμένο το μπαστούνι τους και με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν που μπορούν αντέξουν τα εύθραυστα πόδια τους, κεντρικές λεωφόρους. Ολοένα και συχνότερα βλέπουμε κυρίες οι οποίες προσπαθούν, έντρομες, κρατώντας την άκρη της φούστας τους, να διέλθουν από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, και όλα αυτά γιατί; Γιατί οι τζαμπαμάγκες του δρόμου καραδοκούν, είναι έτοιμοι να φωνάξουν, να βρίσουν και να επιδείξουν την υποτιθέμενη μαγκιά τους σε, ανήμπορους να αντιδράσουν, συμπολίτες τους. Δεν είναι λίγοι οι ηλικιωμένοι που αλλάζουν τα στέκια τους και δεν συχνάζουν πλέον στα πάρκα της Νέας Παραλίας -ιδίως στο ύψος του Μακεδονία Παλλάς- μόνο και μόνο γιατί σκέπτονται πώς θα διασχίσουν τη λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου, μια και αρκετοί οδηγοί, παρά το ότι στη Νέα Παραλία έχουμε θρηνήσει αρκετά θύματα λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, αρνούνται να συμμορφωθούν, ακόμη και με τις υποδείξεις των σηματοδοτών. Όσοι από τους ηλικιωμένους επιμένουν να βολτάρουν αμέριμνοι, αναγκάζονται να διασχίσουν συχνά το δρόμο με διασκελισμούς τριπλουνίστα, με το μπαστούνι πάντα υπό μάλης.

Και τι άλλο μπορούν, αλήθεια, να κάνουν; Να ανέβουν   στην πεζογέφυρα που επιζητά επιτακτικά, εδώ και καιρό, το  λίφτινγκ της; Ή μήπως να χρησιμοποιήσουν τα πεζοδρόμια που τις πιο πολλές φορές είναι κατειλημμένα από αυτοκίνητα που παρκάρουν οποιαδήποτε ώρα της ημέρας; Αυτή, δυστυχώς, είναι μια ακόμη θλιβερή «πρωτοτυπία» της Θεσσαλονίκης! Είμαι σφόδρα τοπικιστής, αλλά αυτό το παραδέχομαι: Δεν πρόκειται ποτέ να δει κανείς στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας σταματημένο αυτοκίνητο ούτε για δείγμα, τόσο στην Πανεπιστημίου όσο και στις οδούς Βασιλίσσης Σοφίας και  Σταδίου. Εμείς εδώ επιμένουμε να διπλοπαρκάρουμε, και ενίοτε να τριπλοπαρκάρουμε, όπου μας καπνίσει, με τρανότερα παραδείγματα τις οδούς Παύλου Μελά και Αγίου Δημητρίου.

Και να σκεφτεί κανείς ότι σε κεντρικές λεωφόρους  κυκλοφορούν και ανήλικα παιδιά, μικροί μαθητές που διανύουν μεγάλες αποστάσεις, χωρίς την επιστασία κάποιου μεγαλύτερου. Και η κατάσταση γίνεται πολλές φορές ακόμη πιο επικίνδυνη, όταν τα παιδιά μαζεύονται για να παίξουν, ελλείψει αλάνας, σε κάποια ευρύχωρη σχολική αυλή. Εκεί, κατά τη διάρκεια των μεγάλων ποδοσφαιρικών ντέρμπι που καθημερινά διεξάγονται, πολλές φορές ένα δυνατό σουτ, μια στραβοκλωτσιά, μια βιαστική επέμβαση είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει την μπάλα εκτός «γηπεδικών ορίων» και τότε αρχίζουν τα δύσκολα: Κάποιος από τους πιτσιρικάδες, συνήθως ο πιο ευέλικτος ή ο πιο τολμηρός, ορμά, μέσα στην ένταση του παιχνιδιού, στο δρόμο για να μαζέψει την μπάλα, χωρίς να έχει υπολογίσει ότι διέρχονται αυτοκίνητα που, τις περισσότερες φορές, δεν τηρούν τα όρια ταχύτητας.

Σκέφτομαι, λοιπόν, μήπως έφτασε η στιγμή να αλλάξουμε κάτι στο σύστημα σήμανσης των δρόμων: Τα σήματα που υποδεικνύουν ότι βρισκόμαστε κοντά σε σχολείο πρέπει να προσαρμοστούν στο πνεύμα των καιρών και να αντικατασταθούν σιγά σιγά με τη μαυρόασπρη σημαία της φόρμουλα 1 η οποία θα προειδοποιεί τους διερχόμενους ότι στους δρόμους τρέχουν αφιονισμένοι οδηγοί, ευυπόληπτοι, κατά τα άλλα, κύριοι, που βγάζουν όλη την ένταση της ημέρας πάνω στο τιμόνι τους. Η σήμανση πρέπει να προαναγγέλει ακόμη την άφιξη αφενός δυναμικών κυριών που την έχουν δει ξαφνικά ραλίστριες και αφετέρου πιτσιρικάδων, νεοσσών της οδήγησης, που πρέπει κάποια στιγμή να βρουν άλλο τρόπο, πιο ακίνδυνο, για να εντυπωσιάσουν. Μέχρι τότε θα περιμένουμε -για μια ακόμη φορά- να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά ο ύψιστος ή θα απευθυνθούμε στα ίδια τα παιδιά, που κυκλοφορούν συχνά αμέριμνα στους δρόμους, και θα τα προτρέψουμε να έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Και θα απευθυνθούμε κυρίως στα παιδιά, γιατί, όπως αποδεικνύεται  συχνά, έχουν περισσότερο μυαλό από τους μεγάλους. Θα τα παρακινήσουμε μάλιστα να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να μην αφήσουν το κακό ποτέ να γίνει. Αν περιμένουμε κάτι από τους πιο μεγάλους, επίσημους φορείς και μη, είναι να προσαρμόσουν την προτροπή της παραίνεσης: «Οδηγοί μην τρέχετε παίζουν παιδιά» στις δικές τους ανάγκες και να εγκαταστήσουν νέες πινακίδες με την επιγραφή: «Παιδιά μην παίζετε, τρέχουν οδηγοί» η οποία, άλλωστε, αντικατοπτρίζει απόλυτα τη σημερινή πραγματικότητα.